Ιστορία και πολιτισμός: Ελιά και Ελαιόλαδο

Δέντρο του μεσογειακού χώρου η ελιά, αποτελεί ορόσημο, εφόσον επέδρασε καταλυτικά στην ανάπτυξη κι εξέλιξη των αρχαιότερων πολιτισμών της περιοχής κι οδήγησε στη δημιουργία συνθετότερων κοινωνικών δομών.

Η ελιά ως αυτοφυές δέντρο - αγριελιά - πρωτοεμφανίστηκε στην ανατολική Μεσόγειο ( Συρία, Μικρά Ασία, Ελλάδα ) εκεί δηλαδή όπου αναπτύχθηκαν μερικοί από τους αρχαιότερους πολιτισμούς.

Πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες στα νησιά Σαντορίνη και Νίσυρο, έφεραν στο φως απολιθωμένα φύλλα ελιάς, τα οποία σύμφωνα με τις σύγχρονες μεθόδους χρονολόγησης φαίνεται να είναι ηλικίας 50-60.000 ετών.

Τα πρώτα στάδια εκμετάλλευσης της ελιάς από τους κατοίκους του προϊστορικού Αιγαίου παραμένουν ακόμη σκοτεινά. Πιστεύεται, ωστόσο, ότι από τη Νεολιθική τουλάχιστον εποχή, μαζί με τους βρώσιμους καρπούς διαφόρων δέντρων, πραγματοποιείτο ευκαιριακά η συλλογή των καρπών της αγριελιάς (Olea europaea oleaster) για τη συμπλήρωση και τον εμπλουτισμό του διαιτολογίου. Σύμφωνα με αυτά η παρουσία της ελιάς στον ελλαδικό χώρο ανάγεται στη νεολιθική εποχή. Από τους τελευταίους μάλιστα αιώνες της περιόδου αυτής διαθέτουμε και τα παλαιότερα έως τώρα δείγματα γύρης ελιάς, από την Κρήτη, την Πελοπόννησο κι από τη Στερεά Ελλάδα.

Οι απαρχές της ελαιοκαλλιέργειας τοποθετούνται συνήθως στο χρονικό ορίζοντα της λεγόμενης Πρώιμης Χαλκοκρατίας δηλαδή την 4η χιλιετία π.Χ.

Από τον 20 αι. π.Χ. ως τον 10 αι. π.Χ. παρατηρείται μια εντυπωσιακή αύξηση της ελαϊκής γύρης σύμφωνα με παλαιοβοτανικά δεδομένα, που ίσως σηματοδοτεί και τη μεγάλη αύξηση της ελαιοκαλλιέργειας στον ελληνικό χώρο.

Στη Πρωτομινωική Κρήτη και πιό συγκεκριμένα στο ανάκτορο της Ζάκρου εβρέθησαν βρώσιμες ελιές σε πήλινο αγγείο, αλλά και σκορπισμένες μέσα σε πηγάδι, ως προσφορά στους αρχαίους θεούς, που θα προστάτευε τους κατοίκους, από την έντονη σεισμική δραστηριότητα της εποχής εκείνης.

Στη Μεσομινωική εποχή, στο παλάτι του Μίνωα, στα Μάλλια αλλά και στο ανάκτορο της Κνωσσού, βρέθηκαν πολλές δεκάδες πίθων που μπορούσαν να αποθηκεύσουν μεγάλες ποσότητες ελαιολάδου κι ελιών, ικανές να υπερκαλύψουν τις ανάγκες του ντόπιου πληθυσμού. Συνεπώς η περίσσεια των προιόντων διοχετευόταν στα μεγάλα εμπορικά κέντρα του νησιού, του Ελλαδικού χώρου, ενώ πραγματοποιείτο εξαγωγή του και σε χώρες του εξωτερικού.

Στην Υστερομινωική εποχή, η συστηματική καλλιέργεια της ελιάς συνέβαλε στην αλματώδη ανάπτυξη του μινωικού πολιτισμού. Ολόκληρη δε η κοινωνικοοικονομική, λατρευτική, εθιμική αλλά και καλλιτεχνική πραγματικότητα δημιουργήθηκε γύρω από το ιερό δέντρο.

Στις πινακίδες της γραμμικής γραφής Α, επιβεβαιώνεται η μεγάλη σημασία που είχε το δέντρο κι ο καρπός της ελιάς για τον πληθυσμό της Μινωικής Κρήτης. Αποτυπώνονται ιδεογράμματα που δηλώνουν βασικά είδη διατροφής όπως η ελιά και το λάδι.

Η μεγάλη προσφορά της Μεσσηνιακής Γης στις γνώσεις μας για την προιστορία της ελιάς και του ελαιολάδου προήλθε από την εύρεση το 1939 των πήλινων πινακίδων γραμμικής γραφής Β’ κατά την ανασκαφή του ανακτορικού αρχείου του βασιλιά της Πύλου. Από την αποκρυπτογράφηση έγινε γνωστή η χρονολογική ηλικία του ονόματος της ελιάς και του ελαιολάδου.

Σε άλλες επιγραφές αποδεικνύεται ότι η εξάπλωση του εμπορίου του αρωματικού λαδιού, επέδρασε καταλυτικά στην εξάπλωση του Μυκηναικού Πολιτισμού κι αποτέλεσε την κύρια αιτία για την ανάπτυξη των ανακτορικών κέντρων του, καθώς και την ανάδειξή του σε παγκόσμια δύναμη την εποχή αυτή.

Oι ελιές για τους αρχαίους Αθηναίους ήταν ιερά δέντρα τα οποία προέρχονταν από την ελιά που φύτεψε η ίδια η θεά Αθηνά στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, ήταν οι «μορίαι» ελιές της Αθήνας. Προστάτης των ιερών ελαιοδέντρων ήταν ο ίδιος ο «Μόριος Ζευς». Ο μύθος αυτός δημιούργησε άρρηκτο δεσμό των κατοίκων της πόλης με το πολύτιμο δέντρο.

Τα δέντρα αυτά υπήρχαν στην αρχή στην Ακαδημία, εκεί που βρισκόταν το «ιερόν άλσος» αλλά αργότερα καλλιεργήθηκαν και σε πολλά άλλα μέρη της Αττικής.

Το ιερό δέντρο της Αθηνάς είναι η εξημερωμένη - καλλιεργημένη ελιά, γεγονός που σηματοδοτεί εν μέρει την εξέλιξη του πολιτισμού στο χώρο. Σύμφωνα με το μύθο και την τελετουργία η ελιά βοήθησε τους κατοίκους της Αττικής στην ανάδειξη του πολιτισμού των με το πέρασμα της νομαδικής ζωής σε μια πιο κοινωνικοποιημένη εκμετάλλευση των πόρων.

Η Αθηνά όμως φυτεύει την καλλιεργημένη ελιά σε μια πόλη. Η κοινωνία είναι πια οργανωμένη και συγκροτεί οικιστικά σύνολα και η ελαιοκομία έχει κάνει το μεγάλο της βήμα μαζί με άλλα είδη διατροφής. Και στα δυο αυτά στάδια του πολιτισμού η ελιά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ως δέντρο που συμβάλλει στη μετατροπή του ανθρώπου- τροφοσυλλέκτη σε γεωργό, δηλαδή στη μόνιμη εγκατάσταση και την ενασχόληση με την καλλιέργεια της γης.

Η Αθηναϊκή δημοκρατία είχε καταστεί σε ένα από τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα κέντρα ελαιοπαραγωγής σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.

Σύμφωνα με την μυθολογία ο εφευρέτης του αθλητισμού και ο θεμελιωτής των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν ο Ιδαίος Ηρακλής, ο οποίος φύτεψε για πρώτη φορά αγριελιά στην Ολυμπία. Ο μεγαλύτερος αδερφός του πήγε κάποια μέρα στην Ολυμπία για να τρέξει μαζί με άλλους αθλητές. Ήταν ο πρώτος αγώνας δρόμου που έγινε στον κόσμο! Ο Ηρακλής στεφάνωσε τον νικητή με ένα κλαδί από την ελιά που είχε ο ίδιος φυτέψει εκεί. Κι από τότε έμεινε η συνήθεια να στεφανώνουν με κλαδιά – στεφάνια αγριελιάς τους νικητές των Ολυμπιακών αγώνων. Πράγματι, το μοναδικό βραβείο («άθλον») για τους νικητές των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν ένα στεφάνι φτιαγμένο από τον «κότινο», δηλαδή την άγρια ελιά

Στην Αθήνα η σχέση του λαδιού με τον αθλητισμό ήταν στενότερη. Γιατί στους αθλητικούς αγώνες που γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια εκεί, κατά τη διάρκεια των Παναθηναίων, των μεγάλων γιορτών προς τιμή της θεάς Αθηνάς, το λάδι της ελιάς αποτελούσε το ίδιο το βραβείο που έπαιρναν οι νικητές των αγώνων.

Το παναθηναϊκό λάδι μοιραζόταν στους νικητές μέσα σε μεγάλα και ζωγραφισμένα πήλινα αγγεία που τα ονόμαζαν παναθηναϊκούς αμφορείς.

Ο Θεόφραστος, έχοντας άποψη για το κλάδεμα της ελιάς, έγραψε ότι τα δέντρα πρέπει να διατηρούνται κοντά και μάλιστα όσο λιγότερα κλαδιά έχουν, τόσο καλύτερα θα αναπτυχθούν και θα δώσουν περισσότερο καρπό.

Ο Σόλων, στους σχετικούς με την ελιά νόμους του, καθόριζε την απόσταση φύτευσης σε τουλάχιστον εννέα πόδια η μια από την άλλη.

Ο Βιργίλιος ισχυρίζεται ότι η ελιά είναι η λιγότερο δαπανηρή καλλιέργεια και «μόλις το δέντρο ενωθεί με τη γη αντέχει όλες τις κακουχίες».

Ο Πλίνιος επανειλημμένα συνιστά: «μην κουνάτε και μη ραβδίζετε τα δέντρα σας. Το μάζεμα με το χέρι εξασφαλίζει κάθε χρόνο μεγάλη καρποφορία.

Οι ελαιοκομικές γνώσεις των αρχαίων, εξαιρετικά προωθημένες για την εποχή τους, συχνά συνεπικουρούνταν και από την αστρονομία, η οποία και προέβλεπε για την καλή ή φτωχή σοδειά. Ο Θαλής ο Μιλήσιος, για παράδειγμα, είχε προβλέψει, από τις αστρονομικές παρατηρήσεις του, μια εξαιρετική σοδειά για το 596 π. Χ. Εγκατέστησε τότε σε διάφορες περιοχές, όπως για παράδειγμα στη Χίο και στη Μήλο, πολλά νέα πιεστήρια, κάνοντας έτσι μέσα σ’ ένα χρόνο πλούσιους τους κατοίκους αυτών των νησιών. Αλλά και ο Δημόκριτος είχε ασχοληθεί με τη σχέση της καλής σοδειάς και της θέσης των άστρων.

Από τους προϊστορικούς ακόμη χρόνους το ελαιόλαδο χρησιμοποιήθηκε για την κάλυψη διαφόρων αναγκών.

Σε οροπέδιο των Μεθάνων βρέθηκε το αρχαιότερο ελαιοτριβείο όπως υπολογίζεται στο 4.000 π.Χ. πράγμα που μαρτυρεί ότι η χρήση του λαδιού ήταν γνωστή από την εποχή εκείνη.

Σημαντικό αποτελεί επίσης εύρυμα από διαπίστωση υπολλειμμάτων ελαιολάδου σε θραύσματα αγγείων που χρησιμοποιούσαν στο σπήλαιο του Γερανίου κοντά στο Ρέθυμνο της Κρήτης επίσης, γύρω στο 3.800 π.χ.

Στον Ιπποκράτειο Κώδικα συναντώνται περισσότερες από εξήντα φαρμακευτικές χρήσεις του ελαιόλαδου, με κυριότατη τη χρήση κατά των δερματικών παθήσεων.

Τη σημασία της ελιάς και των προϊόντων της στη διατροφή κατά την αρχαιότητα μαρτυρεί ο Σοφοκλής. Την αποκαλεί «παιδοτρόφον»: ...που πιο πολύ ευδοκιμεί σ’ αυτήν εδώ τη γη: η γλαυκόφυλλη ελιά, που τρέφει παλλικάρια.

Ένα δείγμα πλούτου από την κλασσική αρχαιότητα μας μεταφέρει ο Αριστοφάνης στον «Πλούτο» του. Το κρασί και το λάδι συγκαταλέγονται στα προϊόντα που περιλαμβάνει ανάμεσα στα βασικά είδη: Γεμάτο λάδι είναι το κιούπι, μας λέει χαρακτηριστικά.