Η ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟΥ

Ο Όμηρος αποκαλούσε το ελαιόλαδο «χρυσό υγρό» και ο Ιπποκράτης «μεγάλο θεραπευτή».

Ασκληπιός, Θεόφραστος και Πλούταρχος ύμνησαν τις θεραπευτικές του ιδιότητες.

Ο Γαληνός, ο Διοσκουρίδης και ο Διοκλής πίστευαν ακράδαντα στην ευεργετική επίδρασή του στην υγεία και το συνιστούσαν σε καθημερινή βάση ως θεραπεία σε αρκετές περιπτώσεις.

Αφομοίωση του ελαιολάδου από τον οργανισμό

Η αφομοίωση του ελαιόλαδου από τον ανθρώπινο οργανισμό φθάνει το 98%. Αυτό σημαίνει τη διευκόλυνση της απορρόφησης των λιποδιαλυτών βιταμινών, των φαινολών, καθώς και των άλλων ωφέλιμων συστατικών που περιέχονται εντός του ελαιολάδου. Μόνο το λίπος του μητρικού γάλακτος αφομοιώνεται σε μεγαλύτερο ποσοστό απ’ ότι το ελαιόλαδο.

Ο ρόλος του ελαιολάδου στην παιδική ηλικία

Σύμφωνα με μελέτες το ελαιόλαδο βοηθάει στην ομαλή ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος του εγκεφάλου, των βρεφών καθώς και στη ρύθμιση της καλής χοληστερόλης τους. Είναι πλούσιο σε βιταμίνες κι αντιοξειδωτικά : Α, Β1, Β2, C, D, E, και Κ, και σε σίδηρο. Επίσης το ελαικό οξύ το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος των τριγλυκεριδίων του ελαιολάδου κι ευθύνεται και για την καλή ανάπτυξη του σκελετού τους.

Ο ρόλος του ελαιολάδου στο γήρας.

Συνήθως με την πάροδο του χρόνου, εμφανίζονται διάφορες παθήσεις στον άνθρωπο, οι οποίες οφείλονται κυρίως στη διατροφή και το στρες, το οποίο μαστίζει τη σύγχρονη κοινωνία. Και σε αυτόν τον τομέα το ελαιόλαδο έχει αποδεικτεί ιδιαίτερα χρήσιμο. Ως κατεξοχήν βασικό συστατικό της Μεσογειακής Διατροφής, συντελεί στην αύξηση του μέσου όρου ζωής.

  • Το ελαιόλαδο προστατεύει το βλενογόννο του πεπτικού συστήματος, περιορίζοντας την παραγωγή υδροχλωρικού οξέος και πεψίνης που έχουν ως συνέπεια τη δημιουργία έλκους. Επίσης ο υψηλός δείκτης αφομοίωσης του ελαιολάδου από το βλενογόνο βοηθάει στην αντιμετώπιση εντερικών νοσημάτων.
  • Το ελαιόλαδο δεν έχει μόνο την ικανότητα να εξαλείφει τις πέτρες που σχηματίζονται στη χολή και στο συκώτι, αλλά βοηθάει και στις εκκρίσεις της, καταπολεμώντας ταυτόχρονα και τη δυσπεψία.
  • Κλινικές εξετάσεις έχουν αποδείξει ότι το ελαιόλαδο προλαμβάνει και θεραπεύει τη ρευματοειδή αρθρίτιδα.
  • Επιστημονικές αναλύσεις έχουν αποδείξει την γενικότερη αντικαρκινική δράση του ελαιολάδου, εξαιτίας της σύστασης των οργανοληπτικών συστατικών του (Φαινόλες, Στερόλες). Ειδικότερα σε ότι αφορά την ισχυρή του δράση στο πεπτικό σύστημα, καθώς και στο δέρμα (μελάνωμα).
  • Το τελευταίο διάστημα, επίκεντρο επιστημονικού ενδιαφέροντος αποτελεί η ανακάλυψη της συσχέτισης κατανάλωσης ελαιόλαδου με τη βελτίωση των επιπέδων σακχάρου των διαβητικών και της ταυτόχρονης καταπολέμησης των επιπλοκών του σακχαρώδους διαβήτη.
  • Σε έναν μεγάλο αριθμό ερευνητικών κι επιδημιολογικών εργασιών που έχουν πραγματοποιηθεί κατά καιρούς, τεκμηριώνουν και δεικνύουν ότι το ελαιόλαδο ως ρυθμιστής της χοληστερίνης γενικότερα, αυξάνει τα επίπεδα της καλής χοληστερίνης HDL στον οργανισμό, ενώ μειώνει τα επίπεδα της κακής χοληστερίνης LDL, προλαμβάνoντας ταυτόχρονα, σημαντικές καρδιοαγγειακές παθήσεις, όπως η στεφανιαία νόσος, καθώς και το έμφραγμα του μυοκαρδίου. Επίσης θεωρείται πολύ καλό φάρμακο για την αρτηριοσκλήρωση, αφού προστατεύει τον οργανισμό από το σχηματισμό αθηρωματικών πλακών.
  • Η κατανάλωση ελαιολάδου αποτελεί την καλύτερη εγγύηση στην καταπολέμηση των πάσης φύσεως δερματικών παθήσεων.
  • Η χρήση ελαιολάδου βοηθάει στην καλύτερη απορρόφηση του ασβεστίου και του μαγνησίου από τον οργανισμό, προλαμβάνοντας κι αντιμετωπίζοντας ακόμη και το φαινόμενο της οστεοπόρωσης.
  • Αποτελεί το καλύτερο φάρμακο για τις μολύνσεις, καθώς και για την επούλωση τόσο των εξωτερικών, όσο και των εσωτερικών πληγών, με ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση.
  • Ενισχύει τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Πέραν των ανωτέρω, βασίζεται στους παρακάτω λόγους:

  • Το ελαιόλαδο αποτελεί προιόν ανώτερης βιολογικής αξίας, από την άποψη της περιεκτικότητάς του, σε οργανοληπτικά συστατικά.
  • Τα πολυακόρεστα έλαια οξειδώνονται εύκολα, (υπεροξείδωση - lipid peroxidation) σχηματίζουν «ελεύθερες ρίζες» τις οποίες θα πρέπει να καταπολεμἠσει ο οργανισμός μας χρησιμοποιώντας τα αποθέματά του σε αντιοξειδωτικά, όπως οι βιταμίνες C και E.
  • Καταστρέφουν τη μεμβράνη των κυττάρων με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η φυσιολογική λειτουργία κι ο γενικότερος μεταβολισμός τους.
  • Έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα τοξικότητας σε οργανισμούς που παρουσιάζουν αυξημένες ευαισθησίες, ιδίως σε ηλικιμένα άτομα, όσο και σε νεογνά.
  • Υπόκεινται σε μεγάλες οργανοληπτικές αλλοιώσεις ειδικά κατά το τηγάνισμα, έναντι του ελαιολάδου.
  • Έχει αποδειχθεί με πειράματα, ότι οι ιδιότητες των πολυακόρεστων ελαίων είναι καρκινογόνες.
  • Τα όποια οργανοληπτικά στοιχεία των πολυακόρεστων ελαίων, συμπεριλαμβανομένης και της βιταμίνης E, έχουν πολύ χαμηλότερη αφομοίωση από τον ανθρώπινο οργανισμό, έναντι εκείνων του ελαιολάδου.
  • Δεν βοηθούν, όπως στην περίπτωση του ελαιόλαδου στη μείωσης της «κακής χοληστερόλης», αντιθέτως μάλιστα μειώνουν τη «καλή χοληστερόλη».

Ο ελαιόκαρπος περιέχει όλα τα ανόργανα συστατικά και στοιχεία που είναι απαραίτητα στη διατροφή. Η ακατέργαστη ελιά είναι πολύ πλούσια σε κάλιο, ασβέστιο, φώσφορο και μαγνήσιο. Επίσης περιέχει μαγγάνιο, σίδηρο, νάτριο και χαλκό.

Περέχει επίσης φυτικές ίνες που βοηθούν στην καλή πέψη και στην πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου.

Είναι κύρια πηγή της βιταμίνης Ε (α-τοκοφερόλης), που δρα ως φυσικό αντιοξειδωτικό. Η βιταμίνη αυτή, επιβραδύνει τις αλλοιώσεις των κυτταρικών μεμβρανών και δρα ενάντια στην οστεοπόρωση.

Αποτελεί σημαντική πηγή καροτενοειδών, ιδίως της β-καροτίνης ως πρόδρομης ουσίας της βιταμίνης Α, με ισχυρές επίσης αντιοξειδωτικές κι αντικαρκινικές ιδιότητες, ενώ παράλληλα βοηθά στην διατήρηση της καλής όρασης, καθώς και στην ανάπτυξη υγιούς δέρματος.

Οι φαινολικές ουσίες της ελιάς παρουσιάζουν επίσης ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες, αποτρέποντας την οξείδωση των λιπιδίων στις αρτηρίες εκ της LDL χοληστερίνης και στην αποτροπή παράλληλα καρδιαγγειακών παθήσεων.

Σημαντικές ακόμη πηγές αντιοξειδωτικών, αποτελούν οι πολυφαινόλες και τα φλαβονοειδή με αντικαρκινικές κι αντιαποφρακτικές - καρδιαγγειακές ιδιότητες.

  • Αντισηπτικό - Επουλωτικό - Μικροβιοκτόνο: Το μέλι έχει θεραπευτικές ιδιότητες. Λόγω των φυσικών του ιδιοτήτων το μέλι μπορεί να δράσει ως ένα φυσικό μονωτικό και εξαιτίας της οσμωτικότητάς του μπορεί να δημιουργήσει ένα υγρό περιβάλλον επούλωσης πληγών το οποίο μάλιστα δεν κολλάει στους κατεστραμμένους ιστούς της πληγής. Το υγρό αυτό περιβάλλον επούλωσης θεωρείται πως εμποδίζει την ανάπτυξη των βακτηρίων. Το μέλι επίσης μειώνει τη φλεγμονή και περιορίζει την παραγωγή εκκρίσεων. Η χρήση του σε πολλές παθήσεις έχει αποκτήσει τέτοια έκταση, ώστε πρόσφατα δημιουργήθηκε ένας κλάδος εναλλακτικής ιατρικής με την ονομασία 'μελισσοθεραπεία'.Είναι αντισηπτικό και μικροβιοκτόνο λόγω του υπεροξειδίου του υδρογόνου που περιέχει, της οξύτητάς του και της υψηλής συγκέντρωσης των σακχάρων του. Βοηθά στην επούλωση των πληγών, με ταυτόχρονη μείωση του μεγέθους των ουλών και ενεργοποίηση της αναγέννησης των ιστών. Σταματά το αίμα στις πληγές και τα τραύματα και προσφέρει ασηψία. Χάρη στις αντιβιοτικές και αλκαλικές ιδιότητές του βοηθά στην απολύμανση του στόματος και δεν δημιουργεί προϋποθέσεις τερηδόνας.
  • Βοηθάει στο σωστό μεταβολισμό: Το μέλι συνιστάται κατά της παχυσαρκίας που οφείλεται στον ελαττωματικό μεταβολισμό, υπερινσουλινισμό και στην συγκράτηση νερού στους ιστούς.
  • Καρδιά-Κυκλοφορικό: Η παρατεταμένη κατανάλωση μελιού από άτομα που πάσχουν από καρδιακές διαταραχές, έχει σαν αποτέλεσμα την βελτίωση της κατάστασης τους. Τα σάκχαρα του μελιού, ιδίως η γλυκόζη είναι απαραίτητη για τις συστολές του καρδιακού μυ και αποτελούν πηγή ενέργειας για την καρδιά. Ακόμη το μέλι με τη βοήθεια των σακχάρων του και τις ακετυλοχολίνης διαστέλλει τα αγγεία και μειώνει την υπέρταση.
  • Αναιμία: Το ποσοστό της αιμοσφαιρίνης, ιδίως σε παιδιά αυξάνει με την κατανάλωση μελιού κυρίως λόγω του σιδήρου και του χαλκού που περιέχει.
  • Στομαχικές - Εντερικές παθήσεις: Το μέλι είναι βασικά αλκαλική τροφή λόγω των μεταλλικών αλάτων που περιέχει. Η αλκαλικότητα αυτή μειώνει την οξύτητα του στομάχου. Το μέλι αποδεικνύεται πολύτιμο μέσο προστασίας κατά των ελκών του στομάχου και δώδεκα- δακτύλου. Δηλαδή μπορεί να δράσει κατασταλτικά έναντι του ελικοβακτηριδίου του πυλωρού, την αιτία δηλαδή των πεπτικών ελκών και των γαστρίτιδων. Τέλος το μέλι θεωρείται σαν ένα από τα καλύτερα φυσικά ελαφρά καθαρτικά.
  • Συκώτι: Η γλυκόζη του μελιού συμπληρώνει τις εφεδρείες του γλυκογόνου του ήπατος. Το συκώτι είναι το εργοστάσιο του οργανισμού μας όπου συντίθενται χρήσιμες για τον οργανισμό ουσίες και αποικοδομούνται άλλες που είναι επικίνδυνες όπως οι τοξίνες. Η παρουσία γλυκογόνου ενισχύει αυτή την εργασία και αυξάνει την αντίσταση του οργανισμού στις μολύνσεις.
  • Νεφρά: Το μέλι περιέχει πολύ λίγη πρωτεΐνη και σχεδόν καθόλου αλάτι, ουσίες που δεν επιτρέπονται σε άτομα που έχουν παθήσεις νεφρών. Εκτός αυτού το μέλι, σαν υπερτονικό διάλυμα γλυκόζης, δυναμώνει και ενισχύει τον οργανισμό και είναι διουρητικό.
  • Αντιοξειδωτικές κι Αντικαρκινικές Ιδιότητες: Μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες του μελιού. Οι δράσεις αυτές αφορούν τον περιορισμό των αντιδράσεων οξείδωσης μέσα στα τρόφιμα και τον ανθρώπινο οργανισμό. Οι αντιδράσεις αυτές είναι επιζήμιες και μπορούν να προκαλέσουν δηλητηρίαση απέναντι σε τρόφιμα αλλά και ανεπιθύμητες δράσεις στην ανθρώπινη υγεία, όπως χρόνιες παθήσεις και μερικές μορφές καρκίνου. Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν πως οι ουσίες του μελιού προστατεύουν τα κύτταρα και ιδιαίτερα τις μεμβράνες τους από τις διαδικασίες της οξείδωσης. Περιορίζουν επίσης την ενδοκυτταρική παραγωγή των επιζήμιων ελευθέρων ριζών. Οι φυτοχημικές ουσίες που περιέχονται στο μέλι ενισχύουν την άμυνα του οργανισμού έναντι του οξειδωτικού στρες, αποδεικνύοντας έτσι πως η κατανάλωση του μελιού έναντι άλλων γλυκαντικών παρέχει το πρόσθετο αυτό όφελος. Οι διάφορες ερευνητικές προσπάθειες έχουν καταδείξει πως το μέλι διαθέτει επιπρόσθετα αντιφλεγμονώδεις, αντικαρκινικές και αντιμεταλλαξιογόνες ιδιότητες. Ενδείξεις υπάρχουν πως το μέλι μπορεί να περιορίσει την εξάπλωση των μεταστατικών καρκινικών κυττάρων.

Το μέλι παρέχει στον οργανισμό μας ένα πλήθος θρεπτικών ουσιών. Είναι ένα μείγμα σακχάρων και άλλων συστατικών. Όσον αφορά τους υδατάνθρακες, το μέλι αποτελείται κυρίως από φρουκτόζη (περίπου 38,5%) και γλυκόζη (περίπου 31%) και περιέχει σε μικρότερα ποσοστά μαλτόζη, σουκρόζη και γαλακτόζη. Η περιεκτικότητά του σε πρωτεΐνες είναι μικρή και σε λίπος μηδαμινή.

Περιέχει:

  • Πληθώρα αμινοξέων, όπως προλίνη, φαινυλαλανίνη, τυροσίνη, βαλίνη κλπ.
  • Πληθώρα αντιοξειδωτικών ουσιών (βιταμίνη C, χρυσίνη, καταλάση κλπ.).
  • Σημαντικές και ποικίλες ποσότητες ιχνοστοιχείων και βιταμινών, όπως βιταμίνη C, βιταμίνη B6, ριβοφλαβίνη, παντοθενικό οξύ, ασβέστιο, φώσφορο, μαγνήσιο, νάτριο, κάλιο, σίδηρο, ψευδάργυρο.